Τρίτη 19/06/2018 Ενημερωτικός εκδοτικός συνεταιρισμός 22 C° Θεσσαλονίκη
  • Το φιλοαμερικανικό τρίγωνο στην Εγγύς Ανατολή

    Ο ανταγωνισμός για την εύνοια της αμερικανικής ηγεμονίας ανάμεσα σε Ελλάδα, Τουρκία και Ισραήλ

  •  

    Στο ρυθμό του δημοψηφίσματος βρίσκεται η εσωτερική και εξωτερική πολιτική σκηνή της Τουρκίας με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να επενδύει στο χαρτί της πόλωσης με την ΕΕ ενόψει της κάλπης της 16ης Απριλίου.

    Στο δημοψήφισμα, οι τούρκοι πολίτες θα κληθούν να ψηφίσουν για την αλλαγή του πολιτεύματος της χώρας από προεδρευομένη κοινοβουλευτική σε προεδρική δημοκρατία.

    Ο αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα βαλκανικών, σλαβικών και ανατολικών σπουδών του πανεπιστημίου Μακεδονίας Δημήτρης Σταματόπουλος αναλύει τους συσχετισμούς δύναμης και τη θέση της Τουρκίας στην Εγγύς Ανατολή, στον απόηχο της απόπειρας πραξικοπήματος στη γετονική χώρα.

    Η σύγκρουση Ισραήλ-Τουρκίας

    Η πολιτική ανάσχεσης της σοβιετικής επιρροής στη Μέση Ανατολή στηρίχθηκε σε μη αραβικούς λαούς. Το Ιράν, από την εποχή που το πραξικόπημα της CIA έριξε τον Μοσαντέκ μέχρι την πτώση του Σάχη Παχλεβί από την ισλαμιστική Επανάσταση (1953-1979), αποτελούσε πάντα έναν πυλώνα αυτής της στρατηγικής. Η κατάρρευσή του όμως είχε ως αποτέλεσμα το βάρος της ανάσχεσης να το σηκώσουν τρία κράτη στην περιοχή: Ισραήλ, Τουρκία και Ελλάδα. Κατά μια περίεργη, μάλιστα, σύμπτωση σε κάθε μία από τις τρεις αυτές κορυφές του τριγώνου αντιστοιχούσε ένα άλυτο εθνικό ζήτημα: στο Ισραήλ το Παλαιστινιακό, στην Τουρκία το Κουρδικό και στην Ελλάδα το Κυπριακό. Η συμπαράταξη ωστόσο αυτών των χωρών υπό την αμερικανική ηγεμονία δεν σήμανε και το τέλος του μεταξύ τους ανταγωνισμού για το ποιος θα ηγείτο του τριγώνου αυτού. Στη διάδρασή τους λοιπόν οι τρεις κορυφές του τριγώνου αναζωπύρωναν τα εθνικά ζητήματα η μια της άλλης: η Ελλάδα του Παλαιστινιακού λόγω των καλών της οικονομικών σχέσεων με τους Άραβες, η Τουρκία του Κυπριακού λόγω των μουσουλμάνων του νησιού και της αγγλικής πολιτικής που ήθελε ακριβώς να θρησκειοποιήσει την εκεί σύγκρουση για να την ελέγξει, και το Ισραήλ του Κουρδικού, αν και αυτό θα λέγαμε ότι ισχύει κυρίως στα μετα-ψυχροπολεμικά χρόνια.

    Με δεδομένη την παρατεταμένη οικονομική κρίση στην οποία μπήκαν η Ελλάδα και η Κύπρος από το 2009 και εξής, η ενίσχυση των δυο άλλων πόλων ήταν δεδομένη, αλλά όχι αναμενόμενος ο σφοδρός ανταγωνισμός που θα προέκυπτε για την ανάληψη ηγεμονικού περιφερειακού ρόλου στην περιοχή.

    Η Τουρκία προφανώς και για λόγους εσωτερικής πολιτικής αστάθειας στην ψυχροπολεμική περίοδο (η ιστορία των τριών πραξικοπημάτων) αλλά και διεθνών σταθερών (η συμμαχία της με τις ΗΠΑ ως του προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης στο χώρο της Μέσης Ανατολής) δεν αμφισβήτησε ποτέ τα πρωτεία του Ισραήλ στο τρίγωνο. Σήμερα βιώνουμε από πολλές απόψεις την αμφισβήτηση εκ μέρους του Ερντογάν αυτής της πρωτοκαθεδρίας, μια αμφισβήτηση που ξεκίνησε από τις μέρες των γεγονότων του Mavi Marmara. Πίσω από τη σύγκρουση του Ερντογάν με το Ισραήλ δεν πρέπει λανθασμένα να διαγνώσουμε αντιαμερικανισμό αλλά κατ'΄ αρχήν μια απόπειρα να αποσταθεροποιηθεί η κυρίαρχη θέση του Ισραήλ σε αυτή την άτυπη συμμαχία. Αλλά για να κατανοήσουμε καλύτερα τη στάση της Τουρκίας πρέπει να ανατρέξουμε μερικά χρόνια νωρίτερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

    Όταν οι ΗΠΑ το 1991 ζήτησαν από την Τουρκία στον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου να κάνουν χρήση της στρατιωτικής βάσης του Ιντζιρλίκ, το παραδοσιακό κεμαλικό, στρατιωτικό και πολιτικό, κατεστημένο της Τουρκίας αρνήθηκε να την παραχωρήσει, προβλέποντας ότι μια πιθανή διάλυση του Ιράκ θα είχε ως συνέπεια τη δημιουργία ενός αυτόνομου Κουρδιστάν στα τουρκο-ιρακινά σύνορα που θα μπορούσε να συμπαρασύρει σε απόσχιση και τους Κούρδους της Τουρκίας. Την άρνηση αυτή το στρατιωτικοπολιτικό κατεστημένο θα την πληρώσει ακριβά: από το ξήλωμα του σκανδάλου του ατυχήματος στο Σουσουρλούκ, όπου το Βαθύ Κράτος αποδείχθηκε ότι συνεργαζόταν με τον Βαθύ Υπόκοσμο, μέχρι την άνοδο του Ερμπακάν στην εξουσία, η άνοδος του πολιτικού Ισλάμ φάνηκε να είναι η εναλλακτική που οι ΗΠΑ προωθούσαν για να μπορέσουν να στηρίξουν τα συμφέροντά τους στην περιοχή. Κι όταν ο Ερμπακάν αποδείχθηκε επικίνδυνος για τα αμερικανικά συμφέροντα με τα ανοίγματά του προς το Ιράν και τη Λιβύη γρήγορα αντικαταστάθηκε από τον "μετριοπαθή" πρώην ποδοσφαιριστή και πρώην δήμαρχο Κωνσταντινουπόλεως, Ταγίπ Ερντογάν. Ήταν λοιπόν σαφές σε όλους το φιλοαμερικανικό στίγμα των ισλαμιστών του AKP στην Τουρκία και ο σύνδεσμος που λεγόταν Φετουλάχ Γκιουλέν, πνευματικός καθοδηγητής του νέου πρωθυπουργού, ήταν ακριβώς ο εγγυητής της σχέσης ισλαμιστών και ΗΠΑ. Ωστόσο, όπως είπα, μετά το 2008 η στάση του Ερντογάν αλλάζει: πολλοί θεώρησαν ότι πρόκειται για μια εκτροπή που σχετιζόταν με την διαφθορά που φέρνει η χρόνια άσκηση της εξουσίας (και ήταν ώς ένα βαθμό) ή με την πλήρη απελευθέρωση της τουρκικής οικονομίας (όπου ο μετριοπαθής ισλαμισμός γινόταν το όχημα μιας επικράτησης ενός ακραίου νεοφιλελεύθερου μοντέλου ανάπτυξης). Κατά τη γνώμη μου, αντιθέτως, η αυταρχική συμπεριφορά του νέου Ερντογάν σχετιζόταν και με τον νέο ρόλο που επιδίωξε η Τουρκία σε γεωπολιτικό επίπεδο.

    Η σύγκρουση με το Ισραήλ για τους νεκρούς του Mavi Marmara και ο ηγεμονικός ρόλος που ανέλαβε η Τουρκία εκμεταλλευόμενη την Αραβική Άνοιξη στη Βόρεια Αφρική στηρίζοντας την άνοδο στην εξουσία επίσης ισλαμιστών (κυρίως των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο) ήταν πράξεις κυρίως συμβολικές αλλά έδιναν για πρώτη φορά ένα μήνυμα στο Ισραήλ ότι δεν θα έπρεπε να θεωρεί πλέον ως δεδομένο ότι το ίδιο θα παρέμενε ο επόπτης του Ηγεμόνα στο φιλοαμερικανικό τρίγωνο στην περιοχή. Κανείς όμως δεν περίμενε ότι η Τουρκία θα εμπλεκόταν με τόσο έντονο τρόπο στη συριακή κρίση προωθώντας την πτώση του καθεστώτος Άσαντ και εγκαταλείποντας το δόγμα της ήπιας ισχύος ευρύτερα γνωστό ως "Νεο-οθωμανισμός" που είχε αναπτύξει ο τότε υπουργός εξωτερικών Νταούτογλου, δηλαδή την άσκηση πολιτιστικής κυρίως επιρροής στις χώρες που παλαιότερα συναποτελούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία είτε στα Βαλκάνια είτε στη Μέση Ανατολή. Η εμπλοκή αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε διάλυση της Συρίας (όπως κι έγινε πρακτικά) και στη δημιουργία ενός αυτόνομου συριακού Κουρδιστάν που όμως αυτή τη φορά οι ένοπλες στρατιωτικές του ομάδες (YPG) είχαν άμεση σχέση με το PKK. Σε αντίθεση όμως με τους κεμαλικούς στη δεκαετία του 1990 που ήθελαν διά της απραξίας να αποφύγουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η Τουρκία του Ερντογάν αποφάσισε να εμπλακεί όσο το δυνατόν πιο δυναμικά για να καθοδηγήσει τις εξελίξεις. Η εμπλοκή της είχε κατ'΄ αρχήν φιλοαμερικανικό πρόσημο: σε συνεργασία με το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία προσπάθησαν να συγκροτήσουν ένα φιλοσουνιτικό αντάρτικο (με υπολείμματα της Αλ Κάιντα στην περιοχή) για να σπάσουν το σιϊτικό τόξο Τεχεράνης-Δαμασκού-Χεζμπολάχ. Η επιτυχής αντίσταση όμως του Άσαντ, αποτέλεσμα σε σημαντικό βαθμό της ρωσικής βοήθειας αλλά και της απροθυμίας των ΗΠΑ να ξεκινήσουν έναν τρίτο πόλεμο μετά το Ιράκ και το Αφγανιστάν, τροποποίησε τις συνθήκες στην περιοχή. Μία από τις πρώτες κινήσεις του Άσαντ, μόλις ξεκίνησε ο εμφύλιος εναντίον του, ήταν να παραχωρήσει αυτονομία στις κουρδικές περιοχές του Βορρά. Έτσι η Τουρκία έπρεπε εκ νέου να αντιμετωπίσει τους φόβους της για τη δημιουργία ενός ενιαίου Κουρδιστάν, μόνο που αυτό οδήγησε σε μια μερική αποστασιοποίηση εκ μέρους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

    Ο αυταρχισμός του Ερντογάν (ειδικά μετά τα γεγονότα του Γκεζί Παρκ) τον οδήγησε σε ρήξη με τον Φετουλάχ Γκιουλέν και στην ψύχρανση των σχέσεών του με τις ΗΠΑ. Για την τελευταία όμως δεν ήταν μόνο αυτός ο λόγος: ο Ερντογάν συνήψε δυο σημαντικές συμφωνίες με τη Μόσχα που δεν φαίνεται να είχαν την έγκριση της αμερικανικής πολιτικής: τον ρωσοτουρκικοελληνικό αγωγό ως εναλλακτική στον Southstream που ο Πούτιν προσπαθούσε να στήσει στα Βαλκάνια και κυρίως την κατασκευή με τη βοήθεια ρωσικής τεχνολογίας πυρηνικού εργοστασίου στο Ακούγιου - σχέδιο που αν υλοποιηθεί θα καταστήσει την Τουρκία μία πραγματική περιφερειακή δύναμη.

    Οι αδύναμες πλευρές του τριγώνου

    Οι κινήσεις αυτές προκάλεσαν την πραναφερθείσα αντίδραση των ΗΠΑ, αντίδραση που όμως μέχρι στιγμής παίρνει έμμεσες μορφές με κυριότερη τη στήριξη του Κουρδικού. Τα τρία εθνικά κινήματα που αποτελούν αγκάθια για τις τρεις κορυφές του φιλοαμερικανικού τριγώνου αντιμετώπισαν με διαφορετικό τρόπο τη νίκη των ΗΠΑ στον Ψυχρό Πόλεμο: οι Παλαιστίνιοι συνέχισαν την αντι-αμερικανική τους στάση που εκδηλώθηκε και στον Πρώτο και στον Δεύτερο Πόλεμο του Κόλπου βλέποντας τις ΗΠΑ απρόθυμες να συγκρουστούν με το Ισραήλ για κρίσιμα ζητήματα, όπως αυτά των εποίκων· οι Κύπριοι βιώνοντας τον de facto χωρισμό του νησιού κατέστησαν τις τράπεζές τους πλυντήριο ξεπλύματος μαύρου χρήματος των Νεορώσων· αντίθετα, οι μόνοι που με μεγάλη καθαρότητα αντιμετώπισαν ευνοϊκά την αμερικανική ηγεμονία στην περιοχή ήταν οι Κούρδοι, ειδικά οι Κούρδοι του Ιράκ. Και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό από τη στιγμή που η αμερικανική πολιτική οδηγεί στη διάλυση κρατικών συνόρων στην περιοχή και δίνει την δυνατότητα διαμόρφωσης κάποιας μορφής αυτόνομης ή ανεξάρτητης κρατικής οντότητας. Αυτό ίσχυσε σίγουρα με τον φιλοαμερικανό Μπαρζανί στο Ιράκ αλλά - και αυτό δεν το είδε με καθόλου καλό μάτι η Τουρκία - και με τους Κούρδους της Ροτζάβα που υπερασπίστηκαν το Κομπάνι. Την ίδια στιγμή που ο πόλεμος έφτασε στα σύνορα της Τουρκίας το HDP αφαίρεσε την αυτοδυναμία από το κόμμα του Ερντογάν και ο τουρκικός στρατός άρχισε ξανά επιχειρήσεις εναντίον υποτίθεται του ISIS και της κουρδικής πολιτοφυλακής στη Συρία, πρακτικά εναντίον της δεύτερης και των Κούρδων της Τουρκίας. Η εμπλοκή της Τουρκίας στη Συρία μπορεί να της στοιχίσει ακριβά με μια αναζωπύρωση του εσωτερικού εμφυλίου που όμως αυτή τη φορά ίσως να μην είναι ελεγχόμενος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν μπορεί η Τουρκία να απαντήσει σε ένα σχεδόν άλυτο πρόβλημα: πώς θα ευθυγραμμιστεί στο άρμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής (που για τα επόμενα χρόνια έχει ως βασικό του στόχο τη διατήρηση της χαοτικής κατάστασης στα σύνορα Ιράκ - Συρίας) χωρίς να διακινδυνεύσει μια απόσχιση μέρους ή όλου του Τουρκικού Κουρδιστάν, δεδομένης της στροφής των Κούρδων προς τον αμερικανικό παράγοντα (παρά τα μαρξίζοντα ή ελευθεριακά χαρακτηριστικά των πολιτικών τους οργανώσεων). Τα επόμενα χρόνια θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμα για την Τουρκία γιατί θα έρθει αντιμέτωπη με δύο ενδεχόμενα: το ιρακινό και το συριακό Κουρδιστάν στη δημιουργία των οποίων συνετέλεσε ή συναίνεσε είτε να αποτελέσουν σημείο φυγής και αποφόρτισης του εσωτερικού της προβλήματος (υπό την έννοια του σπρωξίματος εκεί κουρδικών πληθυσμών) είτε να προκαλέσουν μια αντίστοιχη εδαφική απόσχιση και τη δημιουργία ενός ενιαίου Κουρδιστάν εις βάρος των τεσσάρων χωρών που παλαιότερα το είχαν διαμοιράσει. Η απάντηση για το ποιο ενδεχόμενο θα επικρατήσει μπορεί να μην δοθεί γρήγορα αλλά θα δοθεί.

    Απόσπασμα από άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύναξη

  • Pressenger

    Pressenger ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ.
    Ενημερωτικός Εκδοτικός
    Συνεταιρισμός Θεσσαλονίκης

    Αγίας Σοφίας 94,
    τ.κ.: 54634
    τηλ.: 6974-557792
    inbox@pressenger.gr

    Σχετικά με το pressenger.gr

    Έτος ίδρυσης 2016
    Σχεδιασμός – ανάπτυξη:
    ομάδα pressenger.gr

    Μέλος του    

    Τα υπογεγραμμένα κείμενα
    απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους.

    Επιτρέπεται και παροτρύνεται
    η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή των κειμένων,
    αυτούσιων ή διασκευασμένων, με κάθε μέσο
    υπό τους όρους
    - αναφοράς στην πηγή προέλευσης (pressenger.gr)
    - διατήρησης του όρου ελεύθερης διάθεσης
    σε κάθε αντίγραφο ή παράγωγο έργο.